Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Νομότυπη η πρόσληψη...


«Η κα Μαγγίνα προσελήφθη στον ΟΤΕ, στη Διεύθυνση Εταιρικής Επικοινωνίας, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 19.11.2007 έως 30.06.2008, δηλ. περίπου 7,5 μηνών. Οι αποδοχές της είναι αυτές που προβλέπονται στο μισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ για την εισαγωγική μισθολογική βαθμίδα εξειδικευμένου προσωπικού, δηλ. 996 ευρώ καθαρά το μήνα (1420 ευρώ μεικτά). Η κα Μαγγίνα έχει πτυχίο από το Τμήμα Μετάφρασης και Διερμηνείας του Πανεπιστημίου Marc Bloch του Στρασβούργου, δίπλωμα τρίγλωσσης μετάφρασης (ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά) από το ίδιο Πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακό τίτλο Msc in European Politics από το University College London (UCL, Birbeck College) με διπλωματική εργασία σχετικά με e-governance στις χώρες της Νοτιοανατολικής
Ευρώπης, καθώς και εργασιακή εμπειρία. Η πρόσληψη έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ». (Από την ανακοίνωση της ΟΤΕ).

Η μονάκριβη κόρη του υπουργού σπούδασε σε γαλλικό πανεπιστήμιο και συνέχισε μεταπτυχιακά και διδακτορικό σε αγγλικό πανεπιστήμιο. Χαμένα θα πάνε όλα τα έξοδα; Εξάλλου ο μισθός είναι κάτω από 1.000 ευρώ σύμφωνα με τον ευτυχή πατέρα (δηλαδή μόνο 996, και αυτά καθαρά, αν και οι δικοί μου εργοδότες συνηθίζουν να αποκαλούν το μισθό μου όχι απλώς με τη μικτή του μορφή, αλλά προσαυξημένο με όλες τις εργοδοτικές εισφορές...)

Το ότι δεν προκηρύχθηκε η θέση, ούτε υπήρξαν κι άλλα βιογραφικά, δεν αφορά παρά μόνο τους κακεντρεχείς. Στο κάτω κάτω, Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού είναι αυτός, εταιρεία στο Χρηματιστήριο - άρα εκτός ΑΣΕΠ - είναι, τι θέλετε δηλαδή; Η κόρη του Υπουργού Απασχόλησης, να μείνει χωρίς απασχόληση; Ποιός το θέλει αυτό για το δικό του το παιδί; Να γίνει μια ακόμη χλιδάνεργη;

Σημ. Εντελώς συμπτωματικό είναι το γεγονός ότι, την ώρα που η σπουδαγμένη κόρη βρίσκει μεροκάματο, ο πατέρας της ανατρέπει όλα τα ασφαλιστικά και κοινωνικά δεδομένα των τελευταίων 60-70 χρόνων. Στο κάτω κάτω, αν όλα γίνονται νομότυπα, ποιός μπορεί να διαμαρτυρηθεί;...

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Θεσσαλονίκη

Για να μην κατηγορώ μόνο τη Δράμα και το κυκλοφοριακό της, σήμερα ο δρόμος μου έφτασε μέχρι τη Νύφη του Θερμαϊκού.
Παρατήρηση πρώτη: Τα ηχητικά φανάρια έφτασαν ως εδώ. Μπορεί η Αθήνα να κρατάει τα πρωτεία, με τις κόρνες των δεύτερων και μετά αυτοκινήτων να χτυπούν σε χορωδία πριν ανάψει καλά καλά το πράσινο, ωστόσο άρχισαν και οι Θεσσαλονικείς να υπογραμμίζουν διακριτικά το πρασίνισμα του σηματοδότη.
Παρατήρηση δεύτερη: Σάββατο και βροχερή μέρα, και η κυκλοφοριακή κίνηση στο φόρτε της. Τα εμπορικά κέντρα πήχτρα στο αυτοκινητομάνι, κι όμως με λίγη υπομονή κάπου προβάλλει μια θέση στάθμευσης. Καφετέριες, σινεμά, καθαριστήρια, πολυκαταστήματα, κι όλα αυτά με ένα τεράστιο πάρκινκ. Ο κόσμος συρρέει μαζικά - και το χρήμα κυκλοφορεί.
Στο κέντρο αντίθετα, η κίνηση λιγοστή. Κάθε στενό και το μπουκάλι του, που προσφέρει μεν έξτρα τραπεζάκι στην καφετέρια του πεζοδρομίου, όμως οι πεζοί έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα. Σκέπτομαι πως Σάββατο επίσης με βροχή πριν από δύο χρόνια η Αριστοτέλους ήταν πατείς-με-πατώ-σε, ενώ σήμερα τα μαγαζιά της περιοχής μένουν αβάσταχτα μόνα. Η αστυνομία παρούσα, να καταγράφει όσους παρκάρανε σε λάθος θέση στα μπουκάλια. Οπότε, όσοι μαγαζάτορες θέλουν να συνεχίσουν να βλέπουν πελάτες στο μαγαζάκι τους, ας σπεύσουνε στα μεγάλα εμπορικά κέντρα, είμαι σίγουρη ότι θα ανοίξουν κι άλλα.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Δράμα και αυτοκίνητο

Το έχω δηλώσει κατ'επανάληψη. Η Αθήνα ήταν, και γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ανυπόφορη, κυρίως λόγω του κυκλοφοριακού της. Οι κατοικίες αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς, ενώ οι διαθέσιμοι χώροι για πάρκινκ μειώνονται με γεωμετρική πρόοδο.

Η Δράμα είναι μια μικρή, ακόμη όμορφη πόλη, με πολύ παράξενο ρυμοτομικό σχέδιο. Τελικά, καταλήγει το κέντρο της να είναι μια άμορφη μάζα εμπορικών καταστημάτων, γραφείων, καφετεριών και διαμερισμάτων. Μέσα σε όλο τον αχταρμά, τουλάχιστον 10 οικοδομικά τετράγωνα θέσεις πάρκινκ έχουν δεσμευτεί για τα ταξί - μα καλά, πόσα δρομολόγια κάνουν τη μέρα, και αν όλοι αυτοί βγάζουν μεροκάματο, πώς είναι συνέχεια στις πιάτσες; Η ιδέα του δημάρχου να γεμίσει με "μπουκάλια" τη Δράμα, αφαιρεί κάθε μέρα θέσεις στάθμευσης σε καίρια σημεία. Φοβάμαι πως μέχρι να έρθει η δημοτική αστυνομία, δεν θα έχει μείνει χώρος για παρκάρισμα, νόμιμος ή μη. Ωστόσο, ως μαμά με καροτσάκι δεν ωφελήθηκα από το μεγάλωμα των πεζοδρομίων, καθώς την αύξηση την εισπράξανε μόνο οι καφετέριες που βγάλανε δυο σειρές επιπλέον τραπεζάκια.

Μήπως η Δράμα είναι μόνο για ταξιτζήδες και καφενόβιους;

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

έλληνες...

" Όσο πιο μακρυά είμαστε από την πατρίδα μας,τόσο περισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο περισσότερο,την αγαπάμε.Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα βλέπω τις μικρότητες,τις ίντριγκες,τις ανοησίες,τις ανεπάρκειες των αρχηγών,τη μιζέρια του λαού.Όμως από μακρυά δεν βλέπουμε τόσο ευδιάκριτα την ασκήμια και έχουμε περισσότερη ελευθερία να πλάσουμε μια εικόνα της πατρίδας αντάξια ενός ολοκληρωτικού έρωτα.Να γιατί δουλεύω καλύτερα και αγαπώ καλύτερα την Ελλάδα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό.Μακρυά της καταφέρνω να συλλάβω καλύτερα την ουσία της και την αποστολή της στον κόσμο,και συνακόλουθα τη δική μου ταπεινή αποστολή.Κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει στους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό.Γίνονται καλύτεροι.Έχουν την περηφάνεια της φυλής τους, νιώθουν ότι όντας Έλληνες έχουν την ευθύνη να είναι αντάξιοι των προγόνων τους."
Ν. Καζαντζάκης(Παρισι,6 Μαίου 1955)


Έχοντας ζήσει στο παρελθόν στο εξωτερικό, ένιωσα για πρώτη φορά ελληνίδα - και επιστρέφοντας, αναρωτήθηκα γιατί "όπου και να πάω, η Ελλάδα με πληγώνει". Τώρα, σε κάθε ταξίδι μου εκτός συνόρων η σύγκριση είναι δυσβάσταχτη, και οι μικρότητες και η μιζέρια του λαού μας με θυμώνει και με εξοργίζει.
Ωστόσο, η πρόταση-λύση που βρήκε ο καλός μου, να μαζέψουμε τα μπογαλάκια μας και να βρεθούμε για τα επόμενα χρόνια στο εξωτερικό, με προβλημάτισε πολύ.
Είμαι πολύ εξοργισμένη, πικραμένη, πληγωμένη με όλα αυτά που βλέπω δίπλα μου, και η πραγματικότητα της μικρής, κλειστής και μάλλον οπισθοδρομικής κοινωνίας της γενέθλιας πόλης (που μόλις πριν λίγο καιρό αποφασίσαμε να κατοικήσουμε) με έχει κουράσει πολύ. Και το χειρότερο είναι, πως πια δεν μπορώ να αντέξω ούτε λίγες ώρες στη βουή της Αθήνας ή ακόμη και της Θεσσαλονίκης (κι ας λάτρευα την Αθήνα που με ανέθρεψε από 6 χρονών). Είναι όμως η (εκ νέου) φυγή η ενδεδειγμένη λύση;